παρόν
•
- το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον Βικιλεξικό
- Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Ετυμολογία
παρόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρόν | παρόντα |
| Γενική | παρόντος | παρόντων |
| Αιτιατική | παρόν | παρόντα |
| Κλητική | παρόν | παρόντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →