Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρόν

/paˈɾon/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον Βικιλεξικό
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)

Ετυμολογία

παρόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρόνπαρόντα
Γενικήπαρόντοςπαρόντων
Αιτιατικήπαρόνπαρόντα
Κλητικήπαρόνπαρόντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →