Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρώδηση

/paˈɾo.ði.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη παρωδία Βικιλεξικό
    • Ο Αλκιβιάδης, γιος του Κλεινία, μεγάλωσε στο σπίτι του κηδεμόνα του Περικλή και μαθήτευσε κοντά στο Σωκράτη. Ήρθε σε ρήξη με το Νικία, κυρίως όταν συνέλαβε το μεγαλεπίβολο σχέδιο της Σικελικής εκστρατείας, για την οποία εκλέχτηκε στρατηγός (415 π.Χ.). Με αφορμή όμως τον ακρωτηριασμό των Ερμών κατηγορήθηκε για θρησκευτικές παρατυπίες, όπως την παρώδηση των ελευσίνιων μυστηρίων, και ανακλήθηκε στην Αθήνα, για να δικαστεί.

Ετυμολογία

παρώδηση < αρχαία ελληνική παρῴδησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρώδησηπαρωδήσεις
Γενικήπαρώδησηςπαρωδήσεων
Αιτιατικήπαρώδησηπαρωδήσεις
Κλητικήπαρώδησηπαρωδήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →