παρ' Αρείω Πάγω
•
- νομικός όροςχαρακτηρισμός δικηγόρου που ασκεί ένδικα μέσα και παράστασης σε όλες τις βαθμίδες δικαστηρίων Βικιλεξικό
- νομικός όροςτο δικαίωμα παράστασης δικηγόρου σε ειρηνοδικεία, πρωτοδικεία, εφετεία και τον Άρειο Πάγο Βικιλεξικό
- δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω (ο τρίτος και ανώτερος βαθμό διάκρισης - εξέλιξης των δικηγόρων)
Ετυμολογία
παρ' Αρείω Πάγω < (καθαρεύουσα) < παρά Ἀρείῳ Πάγῳ (δοτική ενικού του ουδέτερου Ἄρειος Πάγος) → δείτε τις λέξεις παρά και Άρειος Πάγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →