Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασάκας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χαϊδευτικό, υποκοριστικό του πασάς, προσφώνηση σε αγόρια Βικιλεξικό
    • ό,τι θες εσύ πασάκα μου, ό, τι θες εσύ αγορίνα μου, ήλιε μου κι αϊτέ μου

Ετυμολογία

πασάκας < πασ(άς) + υποκοριστικό επίθημα -άκας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασάκαςπασάκες
Γενικήπασάκα—
Αιτιατικήπασάκαπασάκες
Κλητικήπασάκαπασάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →