Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασάλειμμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασάλειμμα < πασαλείβω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασάλειμμαπασαλείμματα
Γενικήπασαλείμματοςπασαλειμμάτων
Αιτιατικήπασάλειμμαπασαλείμματα
Κλητικήπασάλειμμαπασαλείμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →