πασάλειμμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασάλειμμα < πασαλείβω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασάλειμμα | πασαλείμματα |
| Γενική | πασαλείμματος | πασαλειμμάτων |
| Αιτιατική | πασάλειμμα | πασαλείμματα |
| Κλητική | πασάλειμμα | πασαλείμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →