Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασίχαρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πάρα πολύ χαρούμενος, καταχαρούμενος Βικιλεξικό
    • Ο κορυδαλλός, ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από το βιβλίο Με λογισμό και μʼ όνειρο, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, Ε' & ΣΤ' Δημοτικού, ※ @ebooks.edu.gr
    • «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%95%CE%BC%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82/d331BQAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B1%22&pg=PT267&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

πασίχαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασίχαρος. Μορφολογικά αναλύεται σε πασί- (< αρχαία ελληνική πᾶς) + χαρ- (< χαίρομαι) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασίχαροςπασίχαρηπασίχαρο
Γενικήπασίχαρουπασίχαρηςπασίχαρου
Αιτιατικήπασίχαροπασίχαρηπασίχαρο
Κλητικήπασίχαρεπασίχαρηπασίχαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασίχαροιπασίχαρεςπασίχαρα
Γενικήπασίχαρωνπασίχαρωνπασίχαρων
Αιτιατικήπασίχαρουςπασίχαρεςπασίχαρα
Κλητικήπασίχαροιπασίχαρεςπασίχαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →