πασαρέλα
•
- η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας Βικιλεξικό
- ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων Βικιλεξικό
- η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο
- το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας Βικιλεξικό
- εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει
Ετυμολογία
πασαρέλα < (άμεσο δάνειο) βενετική passarella
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασαρέλα | πασαρέλες |
| Γενική | πασαρέλας | πασαρέλων |
| Αιτιατική | πασαρέλα | πασαρέλες |
| Κλητική | πασαρέλα | πασαρέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →