Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασαρέλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας Βικιλεξικό
  2. ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων Βικιλεξικό
    • η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο
  3. το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας Βικιλεξικό
    • εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει

Ετυμολογία

πασαρέλα < (άμεσο δάνειο) βενετική passarella

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασαρέλαπασαρέλες
Γενικήπασαρέλαςπασαρέλων
Αιτιατικήπασαρέλαπασαρέλες
Κλητικήπασαρέλαπασαρέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →