πασατέμπος
•
- κολοκυθόσπορος που έχει ψηθεί και τρώγεται, αφού αφαιρεθεί το εξωτερικό κέλυφος (για να περνάει η ώρα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που κάνουμε ή χρησιμοποιούμε για να περνά η ώρα, σαν να τρώγαμε πασατέμπο Βικιλεξικό
- Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ, / τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα
- και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα.
- (Από το τραγούδι «Ο πασατέμπος» (1946) σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου και μουσική του Μανώλη Χιώτη)
Ετυμολογία
πασατέμπος < (άμεσο δάνειο) ιταλική passatempo (κάτι για να περνώ την ώρα μου) < passare + tempo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασατέμπος | πασατέμποι |
| Γενική | πασατέμπου | πασατέμπων |
| Αιτιατική | πασατέμπο | πασατέμπους |
| Κλητική | πασατέμπε | πασατέμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →