πασιφανώς
•
- λόγιομε πασιφανή τρόπο, ολοφάνερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασιφανώς < πασιφανής + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πασιφανώς < πασιφανής + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →