πασκιά
•
- φαγητάπαραδοσιακή πασχαλινή πίτα με κομμάτια αρνίσιου ή κατσικίσιου κρέατος, κρεμμύδι και μυρωδικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασκιά < μεσαιωνική ελληνική ἐμπασιά (είσοδος)
Άλλοι τύποι
πασκιέςεμπασκιάεμπασ'ιά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →