Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασπάτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χασομέρης Βικιλεξικό
  2. φασαρίας, ανακατωσούρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασπάτης < μεσαιωνική ελληνική πασπατ(εύω) + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασπάτηςπασπάταπασπάτικο
Γενικήπασπάτηπασπάταςπασπάτικου
Αιτιατικήπασπάτηπασπάταπασπάτικο
Κλητικήπασπάτηπασπάταπασπάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασπάτηδεςπασπάτεςπασπάτικα
Γενικήπασπάτηδων—πασπάτικων
Αιτιατικήπασπάτηδεςπασπάτεςπασπάτικα
Κλητικήπασπάτηδεςπασπάτεςπασπάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →