πασπαρτού
•
- γενικό αντικλείδι που ανοίγει όλες τις κλειδαριές Βικιλεξικό
- ο γάμος της με τον πρίγκιπα έγινε το πασπαρτού για να ανοίξουν όλες οι πόρτες της υψηλής κοινωνίας
- μεταφορικάκάτι που ταιριάζει ή είναι χρήσιμο σε κάθε περίσταση ή περίπτωση Βικιλεξικό
- το τζιν είναι το πασπαρτού της γκαρνταρόμπας
- λεπτό χαρτόνι ή ξύλο όπου επικολλώνται φωτογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασπαρτού< γαλλική passe-partout < passe + partout (περνάει από παντού)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →