πασσαλοδιάτρηση
•
- διαδικασία διάνοιξης οπών στο έδαφος με τη χρήση γεωτρυπάνων, με σκοπό την τοποθέτηση ή τη χύτευση πασσάλων για τη θεμελίωση τεχνικών έργων ή την αντιστήριξη πρανών Βικιλεξικό
- Για αυτό τα έργα που γίνονται εκ νέου είναι αντιπλημμυρικά, στηρίζονται σε υδραυλικές μελέτες, απαιτούν πασσαλοδιατρήσεις, έργα που δεν έχουνε γίνει ποτέ ξανά με αυτό τον τρόπο.
- Ξεκίνησαν από την Περιφέρεια Θεσσαλίας οι εργασίες πασσαλοδιάτρησης για τη κατασκευή νέου τεχνικού απορροής του υδατορέματος Αητόρεμα στο Αϊδίνι.
- Στο διάστημα αυτό θα γίνουν εργασίες πασσαλοδιάτρησης στα πλαίσια του έργου: «Αποκατάσταση οδικού δικτύου αρμοδιότητας ΠΕΜΣ από τη θεομηνία Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018».
Ετυμολογία
πασσαλοδιάτρηση < πάσσαλ(ος) + -ο- + διάτρηση• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασσαλοδιάτρηση | πασσαλοδιατρήσεις |
| Γενική | πασσαλοδιάτρησης | πασσαλοδιατρήσεων |
| Αιτιατική | πασσαλοδιάτρηση | πασσαλοδιατρήσεις |
| Κλητική | πασσαλοδιάτρηση | πασσαλοδιατρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →