Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασσαλοδιάτρηση

/pa.sa.lo.ðiˈa.tɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαδικασία διάνοιξης οπών στο έδαφος με τη χρήση γεωτρυπάνων, με σκοπό την τοποθέτηση ή τη χύτευση πασσάλων για τη θεμελίωση τεχνικών έργων ή την αντιστήριξη πρανών Βικιλεξικό
    • Για αυτό τα έργα που γίνονται εκ νέου είναι αντιπλημμυρικά, στηρίζονται σε υδραυλικές μελέτες, απαιτούν πασσαλοδιατρήσεις, έργα που δεν έχουνε γίνει ποτέ ξανά με αυτό τον τρόπο.
    • Ξεκίνησαν από την Περιφέρεια Θεσσαλίας οι εργασίες πασσαλοδιάτρησης για τη κατασκευή νέου τεχνικού απορροής του υδατορέματος Αητόρεμα στο Αϊδίνι.
    • Στο διάστημα αυτό θα γίνουν εργασίες πασσαλοδιάτρησης στα πλαίσια του έργου: «Αποκατάσταση οδικού δικτύου αρμοδιότητας ΠΕΜΣ από τη θεομηνία Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018».

Ετυμολογία

πασσαλοδιάτρηση < πάσσαλ(ος) + -ο- + διάτρηση• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασσαλοδιάτρησηπασσαλοδιατρήσεις
Γενικήπασσαλοδιάτρησηςπασσαλοδιατρήσεων
Αιτιατικήπασσαλοδιάτρησηπασσαλοδιατρήσεις
Κλητικήπασσαλοδιάτρησηπασσαλοδιατρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →