πασσαλοσανίδα
•
- τεχνολογίαδομικό υλικό από συναρμοσμένους (χαλύβδινους ή από άλλο υλικό) πασσάλους, μπηγμένους στο έδαφος, που σχηματίζουν μια αδιαπέραστη επιφάνεια, σαν σανίδα, και χρησιμοποιείται για τη στήριξη και τη συγκράτηση του εδάφους, καθώς και για τη δημιουργία αναχωμάτων, αναλημμάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασσαλοσανίδα < πάσσαλος + -ο- + σανίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασσαλοσανίδα | πασσαλοσανίδες |
| Γενική | πασσαλοσανίδας | πασσαλοσανίδων |
| Αιτιατική | πασσαλοσανίδα | πασσαλοσανίδες |
| Κλητική | πασσαλοσανίδα | πασσαλοσανίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →