πασσαλώνω
•
- βάζω πασσάλους Βικιλεξικό
- στηρίζω σε πασσάλους ή κάνω έναν φράχτη με πασσάλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασσαλώνω < (ελληνιστική κοινή) / πασσαλῶ < αρχαία ελληνική πάσσαλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πασσαλώνω | πασσαλώνεις | πασσαλώνει | πασσαλώνουμε | πασσαλώνετε | πασσαλώνουν / πασσαλώνουνε |
| Παρατατικός | πασσάλωνα | πασσάλωνες | πασσάλωνε | πασσαλώναμε | πασσαλώνατε | πασσάλωναν / πασσαλώναν / πασσαλώνανε |
| Αόριστος | πασσάλωσα | πασσάλωσες | πασσάλωσε | πασσαλώσαμε | πασσαλώσατε | πασσάλωσαν / πασσαλώσαν / πασσαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα πασσαλώνω / θα πασσαλώσω | θα πασσαλώνεις / θα πασσαλώσεις | θα πασσαλώνει / θα πασσαλώσει | θα πασσαλώνουμε / θα πασσαλώσουμε | θα πασσαλώνετε / θα πασσαλώσετε | θα πασσαλώνουν / θα πασσαλώνουνε / θα πασσαλώσουν / θα πασσαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πασσαλώσει | έχεις πασσαλώσει | έχει πασσαλώσει | έχουμε πασσαλώσει | έχετε πασσαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πασσαλώσει | είχες πασσαλώσει | είχε πασσαλώσει | είχαμε πασσαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πασσαλώσει / να πασσαλώνω / να πασσαλώσω | να έχεις πασσαλώσει / να πασσαλώνεις / να πασσαλώσεις | να έχει πασσαλώσει / να πασσαλώνει / να πασσαλώσει | να έχουμε πασσαλώσει / να πασσαλώνουμε / να πασσαλώσουμε | να έχετε πασσαλώσει / να πασσαλώνετε / να πασσαλώσετε | να πασσαλώνουν / να πασσαλώνουνε / να πασσαλώσουν / να πασσαλώσουνε |
| Προστακτική | — | πασσάλωνε / πασσάλωσε | — | — | πασσαλώνετε / πασσαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →