παστάδα
•
- λογοτεχνικότο νυφικό υπνοδωμάτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παστάδα < αρχαία ελληνική παστάς, αιτιατική παστάδα (προπύλαια, περιστύλιο & θάλαμος). Η σημασία «νυφικό δωμάτιο», από τους ελληνιστικούς χρόνους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παστάδα | παστάδες |
| Γενική | παστάδας | παστάδων |
| Αιτιατική | παστάδα | παστάδες |
| Κλητική | παστάδα | παστάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →