Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παστοφόριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήτο παράβημα Βικιλεξικό
    • Στὰ πλαϊνά του Ἱεροῦ Βήματος δημιουργοῦνται δυὸ διαμερίσματα, τὰ παστοφόρια. Στὸ βόρειο παστοφόριο τοποθετοῦνταν σὲ μαρμάρινα συνήθως τραπέζια οἱ προσφορὲς τῶν πιστῶν, ἄρτος καὶ οἶνος γιὰ τὴν Θεία Εὐχαριστία, γιὰ νὰ μεταφερθοῦν ἀργότερα στὴν Ἁγία Τράπεζα. Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, ὁ χῶρος ὀνομάσθηκε πρόθεσις καὶ τὰ τραπέζια, Τράπεζαι προθέσεων ἢ προσφόρων. Τὸ νότιο παστοφόριο, τὸ διακονικό, χρησίμευε σὰν σκευοφυλάκιο καὶ δὲν εἶχε πάντα σταθερὴ θέση. (*)

Ετυμολογία

παστοφόριο < ελληνιστική κοινή παστοφόριον / παστοφορεῖον < παστοφόρος < παστός + αρχαία ελληνική φέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαστοφόριοπαστοφόρια
Γενικήπαστοφορίου / παστοφόριουπαστοφορίων / παστοφόριων
Αιτιατικήπαστοφόριοπαστοφόρια
Κλητικήπαστοφόριοπαστοφόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →