παστούλα
•
- μικρή πάστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παστούλα < πάστα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παστούλα | παστούλες |
| Γενική | παστούλας | — |
| Αιτιατική | παστούλα | παστούλες |
| Κλητική | παστούλα | παστούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →