Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παστρικός

/pa.stɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρός Βικιλεξικό
  2. τίμιος Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόο αμφιβόλου ηθικής, ανέντιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παστρικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παστρικός < πάστρ(α) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαστρικόςπαστρική / παστρικιάπαστρικό
Γενικήπαστρικούπαστρικής / παστρικιάςπαστρικού
Αιτιατικήπαστρικόπαστρική / παστρικιάπαστρικό
Κλητικήπαστρικέπαστρική / παστρικιάπαστρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαστρικοίπαστρικέςπαστρικά
Γενικήπαστρικώνπαστρικώνπαστρικών
Αιτιατικήπαστρικούςπαστρικέςπαστρικά
Κλητικήπαστρικοίπαστρικέςπαστρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →