παστώνω
•
- συντηρώ τρόφιμα με πολύ αλάτι ή άρμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παστώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παστώνω | παστώνεις | παστώνει | παστώνουμε | παστώνετε | παστώνουν / παστώνουνε |
| Παρατατικός | πάστωνα | πάστωνες | πάστωνε | παστώναμε | παστώνατε | πάστωναν / παστώναν / παστώνανε |
| Αόριστος | πάστωσα | πάστωσες | πάστωσε | παστώσαμε | παστώσατε | πάστωσαν / παστώσαν / παστώσανε |
| Μέλλοντας | θα παστώνω / θα παστώσω | θα παστώνεις / θα παστώσεις | θα παστώνει / θα παστώσει | θα παστώνουμε / θα παστώσουμε | θα παστώνετε / θα παστώσετε | θα παστώνουν / θα παστώνουνε / θα παστώσουν / θα παστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παστώσει | έχεις παστώσει | έχει παστώσει | έχουμε παστώσει | έχετε παστώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παστώσει | είχες παστώσει | είχε παστώσει | είχαμε παστώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παστώσει / να παστώνω / να παστώσω | να έχεις παστώσει / να παστώνεις / να παστώσεις | να έχει παστώσει / να παστώνει / να παστώσει | να έχουμε παστώσει / να παστώνουμε / να παστώσουμε | να έχετε παστώσει / να παστώνετε / να παστώσετε | να παστώνουν / να παστώνουνε / να παστώσουν / να παστώσουνε |
| Προστακτική | — | πάστωνε / πάστωσε | — | — | παστώνετε / παστώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →