Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασχάλιο

/paˈsxa.li.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χριστιανισμόςετήσιος ημερολογιακός πίνακας με τις ημερομηνίες της εορτής του χριστιανικού Πάσχα και των κινητών εορτών που εξαρτώνται απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασχάλιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασχάλιον, ουδέτερο του πασχάλιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασχάλιοπασχάλια
Γενικήπασχάλιου / πασχαλίουπασχάλιων / πασχαλίων
Αιτιατικήπασχάλιοπασχάλια
Κλητικήπασχάλιοπασχάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →