πασχίζω
•
- προσπαθώ με πολύ κόπο, μοχθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασχίζω < πάσχω + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πασχίζω | πασχίζεις | πασχίζει | πασχίζουμε | πασχίζετε | πασχίζουν / πασχίζουνε |
| Παρατατικός | πάσχιζα | πάσχιζες | πάσχιζε | πασχίζαμε | πασχίζατε | πάσχιζαν / πασχίζαν / πασχίζανε |
| Αόριστος | πάσχισα | πάσχισες | πάσχισε | πασχίσαμε | πασχίσατε | πάσχισαν / πασχίσαν / πασχίσανε |
| Μέλλοντας | θα πασχίζω / θα πασχίσω | θα πασχίζεις / θα πασχίσεις | θα πασχίζει / θα πασχίσει | θα πασχίζουμε / θα πασχίσουμε | θα πασχίζετε / θα πασχίσετε | θα πασχίζουν / θα πασχίζουνε / θα πασχίσουν / θα πασχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πασχίσει | έχεις πασχίσει | έχει πασχίσει | έχουμε πασχίσει | έχετε πασχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πασχίσει | είχες πασχίσει | είχε πασχίσει | είχαμε πασχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πασχίσει / να πασχίζω / να πασχίσω | να έχεις πασχίσει / να πασχίζεις / να πασχίσεις | να έχει πασχίσει / να πασχίζει / να πασχίσει | να έχουμε πασχίσει / να πασχίζουμε / να πασχίσουμε | να έχετε πασχίσει / να πασχίζετε / να πασχίσετε | να πασχίζουν / να πασχίζουνε / να πασχίσουν / να πασχίσουνε |
| Προστακτική | — | πάσχιζε / πάσχισε | — | — | πασχίζετε / πασχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →