πασχαλίτσα
•
- έντομοείδος εντόμου που ανήκει στην οικογένεια Coccinellidae των σκαθαριών, τάξη κολεόπτερα· έχει κόκκινο χρώμα με μαύρα στίγματα Βικιλεξικό
- φυτόη πριμούλα Βικιλεξικό
- οικείοη Θεία Κοινωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασχαλίτσα < πασχαλιά + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασχαλίτσα | πασχαλίτσες |
| Γενική | πασχαλίτσας | — |
| Αιτιατική | πασχαλίτσα | πασχαλίτσες |
| Κλητική | πασχαλίτσα | πασχαλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →