Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασχαλίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομοείδος εντόμου που ανήκει στην οικογένεια Coccinellidae των σκαθαριών, τάξη κολεόπτερα· έχει κόκκινο χρώμα με μαύρα στίγματα Βικιλεξικό
  2. φυτόη πριμούλα Βικιλεξικό
  3. οικείοη Θεία Κοινωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασχαλίτσα < πασχαλιά + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασχαλίτσαπασχαλίτσες
Γενικήπασχαλίτσας—
Αιτιατικήπασχαλίτσαπασχαλίτσες
Κλητικήπασχαλίτσαπασχαλίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →