Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασόκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήθηλυκό του πασόκος Βικιλεξικό
    • Δεν είμαι πασόκα / δεν είμαι ούτε ΚΚΕ / βρε είμαι ό,τι είμαι / κι ό,τι τραγουδώ για σε. (Διονύσης Σαββόπουλος, «Το χειμώνα ετούτο» στο: Τραπεζάκια έξω)
    • η συγκεκριμένη παρέα είναι πολιτικά διχασμένη: οι μισές είναι φόλα δεξιές, οι άλλες μισές φόλα συριζαίες και την τελευταία φορά που βγήκαμε ομαδικώς για καφέ, ως μόνη πασόκα, είχα βρεθεί στη μέση, σαν διαιτητής χωρίς σφυρίχτρα. (Αύγουστος Κορτώ, Η άλλη Κατερίνα, εκδ. Πατάκης, 2022)

Ετυμολογία

πασόκα < πασόκος + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασόκαπασόκες
Γενικήπασόκαςπασοκών
Αιτιατικήπασόκαπασόκες
Κλητικήπασόκαπασόκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →