πατέντα
•
- η επίσημη αναγνώριση από την αρμόδια (κρατική) υπηρεσία ότι μια συγκεκριμένη εφεύρεση είναι έργο ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει και τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της εφεύρεσης αυτής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη πρωτότυπη λύση που δίνει κάποιος σε ένα συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα Βικιλεξικό
- Πώς θα το φτιάξουμε αυτό χωρίς ανταλλακτικά; Πρέπει να βρούμε καμιά πατέντα.
Ετυμολογία
πατέντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική patente + -α < λατινική patens, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος pateo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατέντα | πατέντες |
| Γενική | πατέντας | πατεντών |
| Αιτιατική | πατέντα | πατέντες |
| Κλητική | πατέντα | πατέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →