πατίνα
•
- η επικάλυψη μιας χάλκινης ή ορειχάλκινης επιφάνειας με μια πρασινωπή ουσία που είναι αποτέλεσμα φυσικής οξείδωσης ή που δημιουργείται με την κατάλληλη κατεργασία για λόγους προστασίας ή αισθητικής Βικιλεξικό
- η κάλυψη μιας επιφάνειας, από οποιοδήποτε υλικό, με βερνίκι που απομιμείται τη φυσική οξείδωση και δημιουργεί τεχνητή παλαίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατίνα < αγγλική patina
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατίνα | πατίνες |
| Γενική | πατίνας | πατίνων |
| Αιτιατική | πατίνα | πατίνες |
| Κλητική | πατίνα | πατίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →