Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατατούκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαμάλλινο ρούχο που είναι χοντρό όπως το παλτό και κοντό όπως το σακάκι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπολύ χοντρό πανωφόρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατατούκα < (άμεσο δάνειο) βενετική patatuco

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατατούκαπατατούκες
Γενικήπατατούκας—
Αιτιατικήπατατούκαπατατούκες
Κλητικήπατατούκαπατατούκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →