πατούχας
•
- εκείνος που έχει μεγάλο πέλμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατούχας < μεσαιωνική ελληνική πατούχα δηλ. πατούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πατούχας < μεσαιωνική ελληνική πατούχα δηλ. πατούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →