πατριαρχία
•
- κοινωνιολογίατο κοινωνικό σύστημα στο οποίο ο πατέρας ή γενικότερα ο άντρας κυριαρχούν στην οικογένεια και την κοινωνία Βικιλεξικό
- θρησκείαο χρόνος κατά τον οποίο διαρκεί η θητεία ενός Πατριάρχη (μπορεί να γράφεται και με κεφαλαίο: Πατριαρχία) Βικιλεξικό
- Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.
Ετυμολογία
πατριαρχία < πατήρ + -αρχία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριαρχία | πατριαρχίες |
| Γενική | πατριαρχίας | πατριαρχιών |
| Αιτιατική | πατριαρχία | πατριαρχίες |
| Κλητική | πατριαρχία | πατριαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →