Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατριαρχικός

/pa.tɾi.aɾ.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χριστιανισμόςπου αφορά τον πατριάρχη Βικιλεξικό
  2. κοινωνιολογίαπου σχετίζεται με κοινωνίες που οργανώνονται με βάση την πατριαρχία Βικιλεξικό
    • πατριαρχική οικογένεια
  3. κοινωνιολογίαπου έχει συντηρητικές απόψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατριαρχικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πατριαρχικός. Συχρονικά αναλύεται σε πατριάρχ(ης) + -ικός : για τον κοινωνιολογικό όρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική patriarchical < patriarch(y) + -ical

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριαρχικόςπατριαρχικήπατριαρχικό
Γενικήπατριαρχικούπατριαρχικήςπατριαρχικού
Αιτιατικήπατριαρχικόπατριαρχικήπατριαρχικό
Κλητικήπατριαρχικέπατριαρχικήπατριαρχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριαρχικοίπατριαρχικέςπατριαρχικά
Γενικήπατριαρχικώνπατριαρχικώνπατριαρχικών
Αιτιατικήπατριαρχικούςπατριαρχικέςπατριαρχικά
Κλητικήπατριαρχικοίπατριαρχικέςπατριαρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →