πατριαρχικός
•
- χριστιανισμόςπου αφορά τον πατριάρχη Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίαπου σχετίζεται με κοινωνίες που οργανώνονται με βάση την πατριαρχία Βικιλεξικό
- πατριαρχική οικογένεια
- κοινωνιολογίαπου έχει συντηρητικές απόψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατριαρχικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πατριαρχικός. Συχρονικά αναλύεται σε πατριάρχ(ης) + -ικός : για τον κοινωνιολογικό όρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική patriarchical < patriarch(y) + -ical
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριαρχικός | πατριαρχική | πατριαρχικό |
| Γενική | πατριαρχικού | πατριαρχικής | πατριαρχικού |
| Αιτιατική | πατριαρχικό | πατριαρχική | πατριαρχικό |
| Κλητική | πατριαρχικέ | πατριαρχική | πατριαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριαρχικοί | πατριαρχικές | πατριαρχικά |
| Γενική | πατριαρχικών | πατριαρχικών | πατριαρχικών |
| Αιτιατική | πατριαρχικούς | πατριαρχικές | πατριαρχικά |
| Κλητική | πατριαρχικοί | πατριαρχικές | πατριαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →