Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατριδοκάπηλος

/pa.tɾi.ðoˈka.pi.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου πατριδοκάπηλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατριδοκάπηλος < πατρίδ(α) + -ο- + κάπηλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατριδοκάπηλοςπατριδοκάπηλοι
Γενικήπατριδοκάπηλου / πατριδοκαπήλουπατριδοκάπηλων / πατριδοκαπήλων
Αιτιατικήπατριδοκάπηλοπατριδοκάπηλους / πατριδοκαπήλους
Κλητικήπατριδοκάπηλεπατριδοκάπηλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πατριδοκάπηλος

/pa.tɾi.ðoˈka.pi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκμεταλλεύεται τις αξίες και τα ιδανικά της πατρίδας για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατριδοκάπηλος < πατρίδ(α) + -ο- + κάπηλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριδοκάπηλοςπατριδοκάπηληπατριδοκάπηλο
Γενικήπατριδοκάπηλουπατριδοκάπηληςπατριδοκάπηλου
Αιτιατικήπατριδοκάπηλοπατριδοκάπηληπατριδοκάπηλο
Κλητικήπατριδοκάπηλεπατριδοκάπηληπατριδοκάπηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριδοκάπηλοιπατριδοκάπηλεςπατριδοκάπηλα
Γενικήπατριδοκάπηλωνπατριδοκάπηλωνπατριδοκάπηλων
Αιτιατικήπατριδοκάπηλουςπατριδοκάπηλεςπατριδοκάπηλα
Κλητικήπατριδοκάπηλοιπατριδοκάπηλεςπατριδοκάπηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →