πατριδοκαπηλία
•
- η εκμετάλλευση (η καπηλεία) της ιδέας της πατρίδας για ιδιοτελείς σκοπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατριδοκαπηλία < πατριδοκάπηλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριδοκαπηλία | πατριδοκαπηλίες |
| Γενική | πατριδοκαπηλίας | πατριδοκαπηλιών |
| Αιτιατική | πατριδοκαπηλία | πατριδοκαπηλίες |
| Κλητική | πατριδοκαπηλία | πατριδοκαπηλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →