Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατριδοκαπηλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκμετάλλευση (η καπηλεία) της ιδέας της πατρίδας για ιδιοτελείς σκοπούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατριδοκαπηλία < πατριδοκάπηλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατριδοκαπηλίαπατριδοκαπηλίες
Γενικήπατριδοκαπηλίαςπατριδοκαπηλιών
Αιτιατικήπατριδοκαπηλίαπατριδοκαπηλίες
Κλητικήπατριδοκαπηλίαπατριδοκαπηλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →