πατριδολάτρης
•
- κάποιος που λατρεύει / υπεραγαπά την πατρίδα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατριδολάτρης < πατρίδ(α) + -ο- + -λάτρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριδολάτρης | πατριδολάτρες |
| Γενική | πατριδολάτρη | πατριδολατρών |
| Αιτιατική | πατριδολάτρη | πατριδολάτρες |
| Κλητική | πατριδολάτρη | πατριδολάτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →