Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατριδολατρία

/pa.tɾi.ðo.laˈtɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μεγάλη αγάπη, η λατρεία για την πατρίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατριδολατρία < πατριδολάτρ(ης) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε (πατρίς) πατριδ- + -ο- + -λατρία (λατρεία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατριδολατρίαπατριδολατρίες
Γενικήπατριδολατρίαςπατριδολατριών
Αιτιατικήπατριδολατρίαπατριδολατρίες
Κλητικήπατριδολατρίαπατριδολατρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →