πατριδωνύμιο
•
- επώνυμο το οποίο παράγεται / σχηματίζεται από το όνομα χώρας, πόλης ή γενικότερα κάποιου τόπου Βικιλεξικό
- γιὰ ξενικά τοπωνύμια, εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστωθεῖ ἂν τὸ προσωπωνύμιο ἔγινε τοπωνύμιο ἤ, ἀντίθετα, τὸ τοπωνύμιο ἔγινε προσωπωνύμιο. Απὸ τὸ χωριὸ ἡ Γρανίτσα ἔγινε τὸ πατριδωνύμιο ὁ Γρανίτσας. ̓Απὸ τὸ χωριὸ τὸ Λιδορίκι ἔγινε ὁ Λιδορίκης, ἀπό τό βουνό ὁ Παρνασσός ἔγινε τό ἐπώνυμο ὁ Παρνασσός ἤ Παρνασσάς (Νέα εστία, τόμος 84, 1968, σελ. 1167)
- Ἐπίσης πολλὰ πατριδωνύμια παρουσιάζουν διάφορες ἀνωμαλίες πολὺ ἐνδιαφέρουσες. Ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὸ Γολέμι τῆς ̓Αταλάντης λέγεται ὄχι Γολεμίτης, ἀλλὰ Γολεματαῖος (Νέα Εστία, τεύχη 1020-1024, 1970, σελ. 272)
Ετυμολογία
πατριδωνύμιο < πατρίδα + -ωνύμιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριδωνύμιο | πατριδωνύμια |
| Γενική | πατριδωνυμίου / πατριδωνύμιου | πατριδωνυμίων / πατριδωνύμιων |
| Αιτιατική | πατριδωνύμιο | πατριδωνύμια |
| Κλητική | πατριδωνύμιο | πατριδωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →