πατρικό
•
- για ανθρώπουςτο επώνυμο της οικογένειας του πατέρα μιας γυναίκας, σε αντιδιαστολή με το επώνυμο του συζύγου Βικιλεξικό
- ποιο είναι το πατρικό της μητέρας σου;
- για σπίτιτο σπίτι του πατέρα, το σπίτι όπου μεγάλωσε κανείς Βικιλεξικό
- τα καλοκαίρια μαζευόμαστε όλο το σόι στο πατρικό μου
Ετυμολογία
πατρικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πατρικός. Εννοείται η λέξη όνομα ή η λέξη σπίτι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →