Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατρικός

/pa.tɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπατρικό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοπατρικό Βικιλεξικό
  4. που έχει σχέση με τους προγόνους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάπου γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια, προστατευτικότητα και αγάπη, σαν να ενεργεί ο πατέρας προς τα παιδιά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατρικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατρικός < πατήρ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική paternel )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρικόςπατρικήπατρικό
Γενικήπατρικούπατρικήςπατρικού
Αιτιατικήπατρικόπατρικήπατρικό
Κλητικήπατρικέπατρικήπατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρικοίπατρικέςπατρικά
Γενικήπατρικώνπατρικώνπατρικών
Αιτιατικήπατρικούςπατρικέςπατρικά
Κλητικήπατρικοίπατρικέςπατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →