πατριμόνιο
•
- παρωχημένοπεριουσία της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Βικιλεξικό
- παρωχημένοπατρική περιουσία (κυρίως κτηματική Βικιλεξικό
- Παραχώρηση πατρικής περιουσίας (πατριμόνιο). Επειδή ο Λουκάς, ανιψιός του ιερέα Λουκά Συρίγου, θέλει να χειροτονηθεί ιερέας και δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο (πατριμόνιο), προσφέρεται ο θείος του. (Μαρτυρίες από τη Σαντορίνη, 1573-1819: έκθεση ιστορικών εγγραφών, Πνευματικό Κέντρο Μέγαρο Γύζη-Σαντορίνη, σελ. 38)
Ετυμολογία
πατριμόνιο < μεσαιωνική ελληνική πατριμόνιον < λατινική patrimonium < pater + -monium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριμόνιο | πατριμόνια |
| Γενική | πατριμόνιου | πατριμόνιων |
| Αιτιατική | πατριμόνιο | πατριμόνια |
| Κλητική | πατριμόνιο | πατριμόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →