Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατριωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον πατριωτισμό ή χαρακτηρίζεται από πατριωτισμό, από αγάπη για την πατρίδα Βικιλεξικό
    • Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν Μουσῶν, εἰς ἣν ἐξ ἁπαλῆς ἡλικίας ἀκράτητον ᾐσθάνετο κλίσιν, ἀφιερώθη συστηματικώτερον μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ δημοσίου ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσίν του καὶ ὑπὸ τοὺς κρότους τῶν πολεμικῶν παιάνων καὶ τὰς ἐνθουσιώδεις ἐξιστορήσεις τοῦ ἀναγεννωμένου ἔθνους, ἔγραψε τὰς πλείστας αὑτοῦ τραγῳδίας, ὧν ἠ ἀπὸ σκηνῆς διδασκαλία ἐπτέρου τὸ πατριωτικὸν φρόνημα καὶ ἐκράτυνε τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπεκκαιόμενον ἔρωτα. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Ιωάννης Ζαμπέλιος)

Ετυμολογία

πατριωτικός < αρχαία ελληνική πατριωτικός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική patriotique < patriote

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριωτικόςπατριωτικήπατριωτικό
Γενικήπατριωτικούπατριωτικήςπατριωτικού
Αιτιατικήπατριωτικόπατριωτικήπατριωτικό
Κλητικήπατριωτικέπατριωτικήπατριωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατριωτικοίπατριωτικέςπατριωτικά
Γενικήπατριωτικώνπατριωτικώνπατριωτικών
Αιτιατικήπατριωτικούςπατριωτικέςπατριωτικά
Κλητικήπατριωτικοίπατριωτικέςπατριωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →