πατρολογικός
•
- θρησκείασχετικός με την πατρολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατρολογικός < πατρολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρολογικός | πατρολογική | πατρολογικό |
| Γενική | πατρολογικού | πατρολογικής | πατρολογικού |
| Αιτιατική | πατρολογικό | πατρολογική | πατρολογικό |
| Κλητική | πατρολογικέ | πατρολογική | πατρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρολογικοί | πατρολογικές | πατρολογικά |
| Γενική | πατρολογικών | πατρολογικών | πατρολογικών |
| Αιτιατική | πατρολογικούς | πατρολογικές | πατρολογικά |
| Κλητική | πατρολογικοί | πατρολογικές | πατρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →