Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείασχετικός με την πατρολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατρολογικός < πατρολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρολογικόςπατρολογικήπατρολογικό
Γενικήπατρολογικούπατρολογικήςπατρολογικού
Αιτιατικήπατρολογικόπατρολογικήπατρολογικό
Κλητικήπατρολογικέπατρολογικήπατρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρολογικοίπατρολογικέςπατρολογικά
Γενικήπατρολογικώνπατρολογικώνπατρολογικών
Αιτιατικήπατρολογικούςπατρολογικέςπατρολογικά
Κλητικήπατρολογικοίπατρολογικέςπατρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →