Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατρόνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαρσενικό του πατρόνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατρόνος < πατρόν(α) + -ος ή ιταλική patrone

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατρόνοςπατρόνοι
Γενικήπατρόνουπατρόνων
Αιτιατικήπατρόνοπατρόνους
Κλητικήπατρόνεπατρόνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάτρονος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυπριακάο νταβατζής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάτρονος < ιταλικά patrono (προστάτης)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →