πατσατζίδικο
•
- εστιατόριο όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται ο πατσάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατσατζίδικο < πατσατζής + -ίδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατσατζίδικο | πατσατζίδικα |
| Γενική | πατσατζίδικου | πατσατζίδικων |
| Αιτιατική | πατσατζίδικο | πατσατζίδικα |
| Κλητική | πατσατζίδικο | πατσατζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →