Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατσούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άσχημη, ζαρωμένη γυναίκα από την ηλικία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατσούρα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατσούραπατσούρες
Γενικήπατσούραςπατσούρων
Αιτιατικήπατσούραπατσούρες
Κλητικήπατσούραπατσούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πατσούρα

επίρρημα, θηλυκό
•
  1. επτανησιακό ιδίωμαμουσκεμένη Βικιλεξικό
  2. Πανταζής Κοντομίχης, Λεξικό του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος (Ιδιωματικό - ερμηνευτικό - λαογραφικό) [Λαογραφικά Λευκάδας, αρ. 7], Αθήνα, εκδόσεις Γρηγόρη, 2001 Βικιλεξικό
  3. Χριστόφορος Γ. Λάζαρης, Τα λευκαδίτικα. Ετυμολογικόν και ερμηνευτικόν λεξιλόγιον των γλωσσικών ιδιωμάτων της νήσου Λευκάδος, Ιωάννινα, Εκτύπωσις Ευριπίδη Κ. Θέμελη, 1970 Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατσούρα < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

πατσούραπατσούραςπατσούρεςπατσούρων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →