πατώνω
•
- τα πόδια μου φτάνουν στον πάτο, στο βυθό της θάλασσας, είναι αρκετά ρηχά ώστε να πατάω Βικιλεξικό
- φτάνω στο έσχατο σημείο ξεπεσμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατώνω < πάτος + -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →