παφλάζω
•
- παράγω παφλασμό (ο ήχος που παράγεται από τα κύματα της θάλασσας, όταν σκάνε στο ακρογιάλι, ή τα ορμητικά νερά που κινούνται με δύναμη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παφλάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παφλάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰlew- (φουσκώνω, χύνομαι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παφλάζω | παφλάζεις | παφλάζει | παφλάζουμε | παφλάζετε | παφλάζουν / παφλάζουνε |
| Παρατατικός | πάφλαζα | πάφλαζες | πάφλαζε | παφλάζαμε | παφλάζατε | πάφλαζαν / παφλάζαν / παφλάζανε |
| Αόριστος | πάφλασα | πάφλασες | πάφλασε | παφλάσαμε | παφλάσατε | πάφλασαν / παφλάσαν / παφλάσανε |
| Μέλλοντας | θα παφλάζω / θα παφλάσω | θα παφλάζεις / θα παφλάσεις | θα παφλάζει / θα παφλάσει | θα παφλάζουμε / θα παφλάσουμε | θα παφλάζετε / θα παφλάσετε | θα παφλάζουν / θα παφλάζουνε / θα παφλάσουν / θα παφλάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παφλάσει | έχεις παφλάσει | έχει παφλάσει | έχουμε παφλάσει | έχετε παφλάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παφλάσει | είχες παφλάσει | είχε παφλάσει | είχαμε παφλάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παφλάσει / να παφλάζω / να παφλάσω | να έχεις παφλάσει / να παφλάζεις / να παφλάσεις | να έχει παφλάσει / να παφλάζει / να παφλάσει | να έχουμε παφλάσει / να παφλάζουμε / να παφλάσουμε | να έχετε παφλάσει / να παφλάζετε / να παφλάσετε | να παφλάζουν / να παφλάζουνε / να παφλάσουν / να παφλάσουνε |
| Προστακτική | — | πάφλαζε / πάφλασε | — | — | παφλάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παφλάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →