παχυμετρία
•
- ιατρικήη μέτρηση του πάχους ενός ανθρώπινου οργάνου, π.χ. κερατοειδούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παχυμετρία < παχυ- + -μετρία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pachymetry)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παχυμετρία | παχυμετρίες |
| Γενική | παχυμετρίας | παχυμετριών |
| Αιτιατική | παχυμετρία | παχυμετρίες |
| Κλητική | παχυμετρία | παχυμετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →