παχύρρευστος
•
- που είναι πηχτός, που ρέει δύσκολα, αργά Βικιλεξικό
- Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
Ετυμολογία
παχύρρευστος < παχύ- + ρευστός (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική dickflüßig / dickflüssig)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχύρρευστος | παχύρρευστη | παχύρρευστο |
| Γενική | παχύρρευστου | παχύρρευστης | παχύρρευστου |
| Αιτιατική | παχύρρευστο | παχύρρευστη | παχύρρευστο |
| Κλητική | παχύρρευστε | παχύρρευστη | παχύρρευστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχύρρευστοι | παχύρρευστες | παχύρρευστα |
| Γενική | παχύρρευστων | παχύρρευστων | παχύρρευστων |
| Αιτιατική | παχύρρευστους | παχύρρευστες | παχύρρευστα |
| Κλητική | παχύρρευστοι | παχύρρευστες | παχύρρευστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →