Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεδίο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η επίπεδη έκταση, πεδιάδα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο χώρος όπου συμβαίνει κάτι Βικιλεξικό
    • ένα ευρύ πεδίο δράσης
    • το πεδίο της μάχης
    • Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισαγωγή στη σύγχρονη συστημική θεωρία, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 96)
  3. φυσικήο χώρος μέσα στον οποίο ασκούνται κάποιες δυνάμεις Βικιλεξικό
    • το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο
  4. πληροφορικήη θέση (οθόνη, μνήμη, κλπ) για καταχώριση, αποθήκευση δεδομένων Βικιλεξικό
  5. βάσεις δεδομένωντο καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα Βικιλεξικό
    • καταγραφή των μαθητών ενός σχολείου με τρία βασικά πεδία: ονοματεπώνυμο, βαθμός προαγωγής, διαγωγή
    • Συνώνυμα: γνώρισμα, ιδιότητα
  6. το τμήμα του συνόλου που μπορούμε να δούμε με βοήθεια οπτικών οργάνων όπως το μικροσκόπιο, το τηλεσκόπιο κλπ (οπτικό πεδίο) Βικιλεξικό
    • Μικροσκόπηση σε σκοτεινό πεδίο, με την οποία γίνονται ορατές οι σπειροχαίτες (Άγγελος Π. Αγγελόπουλος, Νίκος Δ. Σπυρόπουλος Διαγνωστική του στόματος, εκδ. Λίτσας, 1988, σελ. 343)

Ετυμολογία

πεδίο < αρχαία ελληνική πεδίον < πέδον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεδίοπεδία
Γενικήπεδίουπεδίων
Αιτιατικήπεδίοπεδία
Κλητικήπεδίοπεδία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →