πεδίο
•
- η επίπεδη έκταση, πεδιάδα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο χώρος όπου συμβαίνει κάτι Βικιλεξικό
- ένα ευρύ πεδίο δράσης
- το πεδίο της μάχης
- Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισαγωγή στη σύγχρονη συστημική θεωρία, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 96)
- φυσικήο χώρος μέσα στον οποίο ασκούνται κάποιες δυνάμεις Βικιλεξικό
- το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο
- πληροφορικήη θέση (οθόνη, μνήμη, κλπ) για καταχώριση, αποθήκευση δεδομένων Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωντο καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα Βικιλεξικό
- καταγραφή των μαθητών ενός σχολείου με τρία βασικά πεδία: ονοματεπώνυμο, βαθμός προαγωγής, διαγωγή
- Συνώνυμα: γνώρισμα, ιδιότητα
- το τμήμα του συνόλου που μπορούμε να δούμε με βοήθεια οπτικών οργάνων όπως το μικροσκόπιο, το τηλεσκόπιο κλπ (οπτικό πεδίο) Βικιλεξικό
- Μικροσκόπηση σε σκοτεινό πεδίο, με την οποία γίνονται ορατές οι σπειροχαίτες (Άγγελος Π. Αγγελόπουλος, Νίκος Δ. Σπυρόπουλος Διαγνωστική του στόματος, εκδ. Λίτσας, 1988, σελ. 343)
Ετυμολογία
πεδίο < αρχαία ελληνική πεδίον < πέδον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδίο | πεδία |
| Γενική | πεδίου | πεδίων |
| Αιτιατική | πεδίο | πεδία |
| Κλητική | πεδίο | πεδία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →