πεδίο θέασης
•
- αστρονομία: ο τομέας παρατήρησης ουρανίων αντικειμένων ή φαινομένων Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςο τομέας παρατήρησης οπτικών οργάνων που αποδίδεται σε μοίρες π.χ. περισκοπίου, Βικιλεξικό
- το ορατό πεδίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδίο θέασης < → δείτε τις λέξεις πεδίο και θέαση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →