πεδιάδα
•
- γεωγραφίαεπίπεδη επιφάνεια γης με ικανή έκταση, κατάλληλη συνήθως για καλλιέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιάδα < αρχαία ελληνική πεδιάς < πέδον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pedóm < *pṓds
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιάδα | πεδιάδες |
| Γενική | πεδιάδας | πεδιάδων |
| Αιτιατική | πεδιάδα | πεδιάδες |
| Κλητική | πεδιάδα | πεδιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →